ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΚΑΒΟΥΝ ΜΑΞΙΜΟΥ, ΧΑΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ ΚΑΙ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΥ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ. ΜΙΛΟΥΝ ΣΤΗΝ «Ε» ΟΙ ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ, ΘΟΔΩΡΟΣ ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ
Η πολιτική πρόκληση και ο πόλεμος
ΕΡΕΥΝΑ Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΡΟΥΜΠΑΝΗ
«Οποιος εκφράσει τον πόθο της κοινωνίας για μια μεγάλη ριζική αλλαγή, αυτός στο τέλος θα δικαιωθεί», πιστεύει ο Αλέξης Τσίπρας και φυσικά πιστεύει ότι αυτός ο «κάποιος» είναι η Αριστερά.
Ο πρόεδρος του ΣΥΝ, αντιμέτωπος με τις συμπληγάδες ενός συστήματος που ξέρει να αναπαράγεται, γνωρίζει ότι δεν είναι ευπρόσδεκτος στον κόσμο των «μεγάλων». Εξάλλου, οι ερωτοτροπίες των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας προς την παράταξή του, από τη στιγμή που έγινε απειλητική, ανήκουν στο παρελθόν. Τα όπλα έχουν απασφαλιστεί και οι πρώτες συγκρούσεις προϊδεάζουν για έναν πόλεμο ο οποίος και σκληρός θα είναι και πρωτόγνωρος. Πιθανόν και μακρύς.
Η «Ε» επιχείρησε ένα «οδοιπορικό» κατά μήκος της γραμμής αντιπαράταξης, η οποία ορίζεται στο τρίγωνο Κουμουνδούρου-μέγαρο Μαξίμου-Χαριλάου Τρικούπη. Και αναζήτησε από τον Αλέξη Τσίπρα, τον Θοδωρή Ρουσόπουλο και τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη τα χαρακτηριστικά αυτής της ρήξης. Τα οποία είναι άκρως ενδιαφέροντα. Και αποκαλυπτικά των αιτίων της σκληρής αντιπαράθεσης.
«Σαν τους κληρικούς»
«Οι παγκόσμιες εξελίξεις είναι τέτοιες που αμφιβάλλω αν η Αριστερά μπορεί να τις παρακολουθήσει, πολύ περισσότερο να κυβερνήσει ή να συγκυβερνήσει μέσα σ' αυτές», λέει ο υπουργός Επικρατείας. Την παρομοιάζει μάλιστα με «τους κληρικούς του Μεσαίωνα που φοβόντουσαν πως όποιος ταράξει τους κύκλους της δικής τους αυθεντίας θα τους βάλει στο ιδεολογικό περιθώριο του οποίου ήταν κυρίαρχοι» και σχολιάζει, μάλλον αυτάρεσκα: «κι έτσι έγινε...»
Περίεργη αυτή η σκληρή γλώσσα από τον κατά τα άλλα αβρό κυβερνητικό εκπρόσωπο; Καθόλου. Η Ν.Δ. έχει πάψει από καιρό να «χαρίζεται» στον ΣΥΝ. Η άνοδος της επιρροής του πρώτα και κύρια τη δική της αυτοδυναμία απειλεί, παρ' όλο που σταθερά προηγείται του ΠΑΣΟΚ σε κάθε καιρό και κάθε δημοσκόπηση. Τα ποσοστά της πλέον είναι πολύ χαμηλότερα από αυτά που θα της εξασφάλιζαν μια τρίτη, αυτάρεσκη, τετραετία.
«Δεν έχει ατζέντα»
Σε νέα φάση και νέα ποιότητα αντιπαράθεσης έχουν εισέλθει και οι σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ. Οι συνήθεις προσκλήσεις συνεργασίας, αν και ελάχιστα έχουν αποφέρει στον δεύτερο πυλώνα του δικομματισμού (συνήθως καταλήγουν σε προσχωρήσεις ορισμένων στελεχών του ΣΥΝ στο ΠΑΣΟΚ χωρίς άλλες σοβαρές εκλογικές συνέπειες), τώρα συνοδεύονται από σφοδρές επιθέσεις και αντεπιθέσεις, οι οποίες προϊδεάζουν για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.
«Ο ΣΥΝ δεν διαθέτει προοδευτική ατζέντα διακυβέρνησης, παρά μόνο ευκαιριακή ατζέντα διαμαρτυρίας», η οποία ως τέτοια «δεν απαντά στα προβλήματα του τόπου», τονίζει ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης στη συνομιλία που είχαμε μαζί του.
«Από την κοινωνία»
Γιατί όμως επιμένει ο ΣΥΝ να μην ανταποκρίνεται στο αίτημα του ΠΑΣΟΚ να ενταχθεί σε μια κοινή γραμμή αντιμετώπισης της Ν.Δ., με στόχο την απομάκρυνσή της από την εξουσία;
«Θεωρούμε ότι η διαμόρφωση μιας νέας πλειοψηφίας δεν είναι κατ' αρχήν ζήτημα συνεννόησης πολιτικών δυνάμεων σε επίπεδο κορυφής, αλλά ζήτημα διαμόρφωσης νέων συσχετισμών μέσα στην κοινωνία», απαντά ο Αλέξης Τσίπρας. Παραπέμπει στη γαλλική και ιταλική εμπειρία για να αποδείξει ότι «η συνεργασία από μόνη της δεν αρκεί για να ανοίξει εναλλακτικούς δρόμους, μερικές φορές μάλιστα οδηγεί και στην καταστροφή». Αυτό που χρειάζεται λοιπόν κατ' αρχάς είναι η «ισχυρή και αποτελεσματική πίεση από την πλευρά της κοινωνίας για προστασία και διεύρυνση του κοινωνικού κράτους, κατοχύρωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, προστασία του περιβάλλοντος. Αν υπάρξει μια τέτοια πίεση, ικανή να διαμορφώσει και προπαντός να στηρίξει ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο, τότε η νέα πλειοψηφία σίγουρα θα εκφραστεί και πολιτικά».
Δείχνει μάλιστα να μην αιφνιδιάζεται από τις, συχνά σφοδρές, αντιδράσεις των παραδοσιακών δυνάμεων εξουσίας. «Ηδη -λέει- έχουμε γίνει κόκκινο πανί. Γνωρίζουμε ότι κάθε μετάβαση είναι επώδυνη. Κυρίως όμως γνωρίζουμε ότι όποιος καταφέρει να εκφράσει τον υπαρκτό πόθο της κοινωνίας για μια μεγάλη ριζική αλλαγή, αυτός στο τέλος θα δικαιωθεί. Αντιθέτως, όσες δυνάμεις δεν εκπροσωπούν τίποτα παραπάνω από την εμμονή των ηγεσιών τους στη νομή της εξουσίας, αργά ή γρήγορα θα ξεπεραστούν από την Ιστορία».
«Αριστερό δήθεν»
Πρόκειται για μια θέση η οποία προκαλεί την έντονη αντίδραση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ. Ο Μ. Χρυσοχοΐδης, μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου και «σκιώδης υπουργός», διαπιστώνει στην ηγεσία του ΣΥΝ ένα «αριστερό δήθεν», το οποίο «προνομιακά και με ιδιαίτερη ένταση εκφράζει η ηγεσία του», αλλά «ελάχιστη σχέση έχει με τη ρεαλιστική προοδευτική ατζέντα διακυβέρνησης που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία». Και αναρωτιέται: «Τι σχέση μπορεί να έχουν οι προοδευτικά σκεπτόμενοι πολίτες με την κατάλυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και όλα τα φαινόμενα παρακμής και υποβάθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου που ανέχεται χωρίς να καταγγέλλει η ηγεσία του; Τι σχέση μπορεί να έχει ο προοδευτικός κόσμος με ένα κόμμα που όψιμα ανακάλυψε τον αντι-ευρωπαϊσμό φλερτάροντας ακόμη και με την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε.; Πώς να εμπιστευθεί η προοδευτική πλειοψηφία ένα κόμμα που δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες και συνεπώς δεν προχωρά στην κατάθεση σαφώς επεξεργασμένων θέσεων για την οικονομία, την αλλαγή αναπτυξιακού μοντέλου, την αναγκαία επανίδρυση της δημόσιας διοίκησης, την ουσιαστική αναδιανομή πόρων, δυνατοτήτων και ευκαιριών στην παραμελημένη σιωπηλή γενιά των νέων των 700 ευρώ;»
«Εχει δύο ψυχές»
Στο σημείο αυτό διακρίνει κανείς μερικές από τις πιο ουσιαστικές διαφορές και την κύρια αιτία της σύγκρουσης των δύο κομμάτων. Διότι, όπως λέει ο πρόεδρος του ΣΥΝ, το κόμμα του δεν αποκλείει συλλήβδην το ΠΑΣΟΚ, παρακολουθεί τις διεργασίες στο εσωτερικό του, είναι σε διαρκή επικοινωνία με τους ανθρώπους της βάσης του, αλλά και διαπιστώνει: «Το ΠΑΣΟΚ σήμερα έχει δύο ψυχές. Αυτήν που ακόμα εμπνέεται από τους λαϊκούς αγώνες και από το όραμα της κοινωνικής αλλαγής και αυτήν του εκσυγχρονισμού, δηλαδή της προσαρμογής του στα κυρίαρχα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα. Προσπαθούμε με πολύ κόπο να καταλάβουμε ποιος εαυτός του κερδίζει κάθε φορά».
Μια νέα πλειοψηφία όμως, κατά τον Αλέξη Τσίπρα, πρέπει να αντιμετωπίζει με ξεκάθαρο τρόπο τα μεγάλα προβλήματα: «Τον αποτελεσματικό δημόσιο έλεγχο σε στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις, την αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου, τη δημόσια δωρεάν παιδεία για όλους, τη στήριξη της κοινωνικής ασφάλισης, την υπεράσπιση του δικαιώματος σε μόνιμη, σταθερή και ανθρώπινη απασχόληση».
Θεωρεί μάλιστα ότι το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα της περιόδου Σημίτη, «έχει να επιδείξει τεράστιο έργο σε αυτούς τους τομείς, αλλά σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, γεγονός άλλωστε που έχει υπονομεύσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία του». Πρόκειται για θέματα γύρω από τα οποία «ακόμα και σήμερα μέσα στο ΠΑΣΟΚ δεν διεξάγεται μια σοβαρή συζήτηση».
Ωστόσο, όπως λέει, η κοινωνία λειτουργεί διαφορετικά. Αρχίζουν έντονες και σοβαρές διεργασίες που καταλήγουν πολλές φορές σε κινηματικές διεκδικήσεις, όπως στον χώρο των πανεπιστημίων ή στις τοπικές κοινωνίες που αγωνίζονται ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση. Αυτές είναι οι διεργασίες στις οποίες «προχωράμε μαζί με δυνάμεις από την βάση του ΠΑΣΟΚ», καθώς είναι οι κοινωνικές αντιστάσεις που διαμορφώνουν τη νέα πλειοψηφία, προκαλούν σοβαρές ανακατατάξεις και σχηματίζουν καινούργιους πολιτικούς πόλους.
«Μακριά από λύσεις»
Δεν είναι όμως μόνο η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ που βλέπει τον ΣΥΝ να κινείται πέραν των ορίων του ρεαλισμού. Μακριά από τις αναγκαίες απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα βλέπει ο Θόδωρος Ρουσόπουλος την Αριστερά «και στις δύο κοινοβουλευτικές της εκφράσεις», όπως λέει. Μάλιστα, «ακόμη κι αν κάποιος διαφωνήσει με αυτή την άποψη, σίγουρα δεν μπορεί να διαφωνήσει ότι είναι μακριά από ρεαλιστικές λύσεις που απαιτεί η σύγχρονη κοινωνία. Γι αυτό και αναλώνεται σε θεωρίες που είτε απέτυχαν όταν δοκιμάστηκαν είτε είναι τόσο ουτοπικές που δεν μπορούν να πείσουν παρά ελαχίστους».
Ο υπουργός Επικρατείας θεωρεί ότι οι παγκόσμιες εξελίξεις είναι τέτοιες «που αμφιβάλλω αν η Αριστερά μπορεί να τις παρακολουθήσει. Πολύ περισσότερο δε να κυβερνήσει ή να συγκυβερνήσει μέσα σ' αυτές παραμένοντας προσηλωμένη σε απόψεις που, σε περίπτωση που θα εφαρμόζονταν θα περιχαράκωναν τη χώρα, όπως άλλωστε συμβαίνει με την ίδια». Βλέπει τα αριστερά κόμματα στην Ελλάδα «να λένε ναι σε όλα τα αιτήματα απ' όπου κι αν προέρχονται, χαϊδεύοντας εύκολα αυτιά, και να λένε όχι σε όποια λύση προτείνει η κυβέρνηση». Θέλουν να γίνουν αρεστά σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες με ρητορικά σχήματα «που όμως, αν ποτέ έπρεπε να εφαρμοστούν στην πολιτική, θα την έφερναν σε πλήρες αδιέξοδο». Τέτοιο σαν αυτό που περιέγραψε στον στίχο του πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες ο Διονύσης Σαββόπουλος και το θυμίζει ο Θ. Ρουσόπουλος: «Ήμασταν πάντοτε μιας ήττας που νικάει την εξουσία και ξαφνικά μας παρεδόθη, αληθινά τι τραγωδία»...
Περί ρεαλισμού
Την έννοια του ρεαλισμού όμως τη δίνει διαφορετικά ο πρόεδρος του ΣΥΝ. «Υπάρχει γενικά η άποψη -λέει- ότι όποιος είναι υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων, της σύνταξης στα 70 και των απλήρωτων υπερωριών έχει ρεαλιστικές προτάσεις και όποιος είναι υπέρ της δημόσιας παιδείας του κοινωνικού χαρακτήρα της ΔΕΗ και της καλοκαιρινής κανονικής άδειας, διέπεται από στείρο καταγγελτισμό. Αυτό που μας ενδιαφέρει εμάς είναι να υπάρξει συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική, που θα απελευθερώνει την κοινωνία από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του "σπρώξτε τα πάντα στην ελεύθερη αγορά". Θέλει τη διεύρυνση των δημόσιων αγαθών, δημόσιο έλεγχο σε στρατηγικής σημασίας τομείς, κοινωνική πολιτική, στήριξη των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, μέτρα για την αντιμετώπιση της ανεργίας και της μαύρης εργασίας, μέτρα για την ενίσχυση της σταθερής και μόνιμης απασχόλησης, πολιτική έξω από τη λογική της αγοράς σε ζητήματα όπως η περιφερειακή ανάπτυξη και το περιβάλλον.
Εξάλλου, όπως λέει, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ δυσφημούν την έννοια του «δημοσίου», αφού πρώτα το λεηλάτησαν και το απαξίωσαν. Πιστεύει ότι στην πραγματικότητα αυτό που απέτυχε δεν ήταν το δημόσιο αλλά το κομματικό μάνατζμεντ, οπότε αξίζει τον κόπο να επινοήσουμε εκ νέου σήμερα την έννοια και το ρόλο του κράτους. «Στη θέση της ασυδοσίας της αγοράς δεν αντιπαραβάλλουμε ένα μοντέλο κρατικού καπιταλισμού αλλά ένα όραμα σοσιαλισμού που έχει στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Δεν θέλουμε το κράτος εργαλείο της εκάστοτε εξουσίας αλλά ασπίδα προστασίας της κοινωνίας και του δημόσιου συμφέροντος». Θέλει να έχει το Δημόσιο ισχυρό ρόλο, με ευθύνη, αποτελεσματικότητα και κοινωνικό έλεγχο, μακριά από την παραλυτική γραφειοκρατία, την αναξιοκρατία και τις πελατειακές σχέσεις των κομμάτων εξουσίας, «όπως άλλωστε συμβαίνει και αλλού στην Ευρώπη». Εξάλλου, τονίζει «δεν πρόκειται για τίποτα υπερεπαναστατικές προτάσεις. Προϋποθέτουν όμως ένα μεγάλο κοινωνικό ρεύμα που θα καταλαβαίνει και θα υπερασπίζεται τα δικαιώματά του».
«Στερούνται θέσεων»
Βεβαίως, δεν είναι μόνο το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ που διαπιστώνουν αμοιβαία την αδυναμία σύμπλευσής τους. Είναι και το κυβερνών κόμμα, το οποίο μάλλον σαρκάζει τις σχέσεις τους.
«Το πόσο ταιριάζουν το κρίνει κάθε νοήμων πολίτης από όσα διαδραματίζονται τελευταία και τις "φιλοφρονήσεις" που ανταλλάσσουν δημοσίως», διαπιστώνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Χαρακτηρίζει αφελές να μιλά κανείς για συγκλίσεις κομμάτων, όταν αυτές δεν στηρίζονται σ' ένα ιδεολογικό υπόβαθρο το οποίο μπορεί να καταλήξει σε ένα ρεαλιστικό προγραμματικό πλαίσιο και επισημαίνει: «Με δεδομένο ότι τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο ΣΥΝ, στερούνται μέχρι αυτή την ώρα συγκεκριμένων, ξεκάθαρων θέσεων και προτάσεων, είναι τουλάχιστον άκαιρη οποιαδήποτε συζήτηση. Στο μόνο που ταιριάζουν τελευταία, στο μόνο που συγκλίνουν ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ είναι στο ύφος, τη μεθοδολογία τους και τη διατύπωση μηδενιστικών απόψεων. Ακριβώς για να συγκαλύψουν την πολιτική αδυναμία, την ένδεια θέσεων και προτάσεων καταφεύγουν, ανταγωνιζόμενοι μάλιστα για το ποιος θα σημειώσει υψηλότερες επιδόσεις, στην οξύτητα, την πόλωση, το λαϊκισμό. Σε ακρότητες οι οποίες πέραν του ότι δεν τους ωφελούν, βλάπτουν τελικά τον τόπο».
Επειδή πέραν των άλλων υπάρχει στην Ελλάδα και η πικρή ανάμνηση του βαθέος πολιτικού διχασμού από την αντιπαράθεση της Αριστεράς με τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, ήταν αναπόφευκτο το ερώτημα στον υπουργό, αν και σήμερα διαμορφώνεται τέτοιος κίνδυνος. «Οχι βέβαια», ήταν η κατηγορηματική απάντηση, καθώς «είναι πια στο πολιτικό μας DNA χαραγμένες οι δημοκρατικές αντιλήψεις και ο σεβασμός των απόψεων των άλλων. Πάντως σίγουρα έτσι φέρεται η Ν.Δ. που εκπροσωπώ».
«Δεν είναι αριστερό»
Αντιθέτως, παρατηρεί διχασμό στην ίδια την Αριστερά. Εναν διχασμό που ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια, το 1968, και είχε σαν αποτέλεσμα να διασπαστεί και να δημιουργηθούν πολλά κόμματα. «Κατά τα λοιπά -συμπληρώνει- θα μιλούσα και για διχασμό μεταξύ της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ, αλλά το τελευταίο δεν είναι αριστερό κόμμα. Είναι ένα μικροαστικό κόμμα το οποίο επιχειρεί με δήθεν αριστερή φρασεολογία να προσελκύσει ψηφοφόρους. Κατά συνέπεια, συμπεραίνεται ότι το ΠΑΣΟΚ είναι στο όνομα και στα λόγια σοσιαλιστικό όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση, κάτι άλλο, κάτι νεφελώδες όταν κυβερνά, παρ' ότι το ίδιο αυτάρεσκα θέλει να συγκαταλέγεται στα λεγόμενα αριστερά κόμματα».
Συμπερασματικά, υποστηρίζει ότι η άνοδος της Αριστεράς, αν αυτό αποτελέσει επιλογή του πολίτη και στην κάλπη, «δεν θα διχάσει την πολιτική ζωή. Θα καθυστερήσει απλώς την εξέλιξη της χώρας σε μια ανταγωνιστική πορεία που οφείλει να ακολουθεί τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Και μόνο το παράδειγμα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης αρκεί να δώσει απάντηση στο ερώτημά σας».
Περί συνεργασιών
Μήπως, δεδομένων αυτών των απόψεων, είναι εφικτή η συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων; Το ενδεχόμενο αυτό το αποκλείει ο Μ. Χρυσοχοΐδης και παραθέτει κάποιες προϋποθέσεις που δεν υπάρχουν σήμερα. «Θα ήταν πολύ εύκολο -λέει- να αναπτύξω τις αρετές των μεγάλων συνασπισμών συνεργασίας και τα καλά που αυτοί συνεπάγονται. Ομως η πολιτική, και ιδιαίτερα η εφαρμοσμένη πολιτική, οφείλει κάθε φορά να είναι μια άσκηση ρεαλισμού. Θεωρώ λοιπόν πως προκειμένου να ανθήσουν οι συνεργασίες μεταξύ κομμάτων πρέπει να απηχούν ένα υπαρκτό κοινωνικό αίτημα. Για να καρποφορήσουν όμως πρέπει να υποστηρίζονται από αντίστοιχες πολιτικές παραδόσεις, θεσμούς διαβούλευσης αλλά και ηγετικές ομάδες που να τις επιδιώκουν με τρόπο συστηματικό, ειλικρινή και υπεύθυνο. Στην περίπτωση της χώρας μας, διαθέτουμε το πρώτο, αλλά δυστυχώς υστερούμε κατά πολύ στο δεύτερο. Δηλαδή ναι μεν αρχίζει να ωριμάζει στην ελληνική κοινωνία η ιδέα των συνεργασιών, όμως το πολιτικό μας σύστημα είναι ακόμη αρκετά ανώριμο για να "σηκώσει" μια τόσο σημαντική πολιτική μετάλλαξη.
Είδαμε εξάλλου τα σοβαρότατα αντικίνητρα που μόλις πριν από λίγους μήνες θέσπισε η κατά τα άλλα σύγχρονη και "κεντρώα" Ν.Δ. μέσα από τον νέο εκλογικό της νόμο, προκειμένου να αποτρέψει κάθε ρεαλιστική προοπτική κομματικών συνεργασιών».*
Η «Ε» επιχείρησε ένα «οδοιπορικό» κατά μήκος της γραμμής αντιπαράταξης, η οποία ορίζεται στο τρίγωνο Κουμουνδούρου-μέγαρο Μαξίμου-Χαριλάου Τρικούπη. Και αναζήτησε από τον Αλέξη Τσίπρα, τον Θοδωρή Ρουσόπουλο και τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη τα χαρακτηριστικά αυτής της ρήξης. Τα οποία είναι άκρως ενδιαφέροντα. Και αποκαλυπτικά των αιτίων της σκληρής αντιπαράθεσης.
«Σαν τους κληρικούς»
«Οι παγκόσμιες εξελίξεις είναι τέτοιες που αμφιβάλλω αν η Αριστερά μπορεί να τις παρακολουθήσει, πολύ περισσότερο να κυβερνήσει ή να συγκυβερνήσει μέσα σ' αυτές», λέει ο υπουργός Επικρατείας. Την παρομοιάζει μάλιστα με «τους κληρικούς του Μεσαίωνα που φοβόντουσαν πως όποιος ταράξει τους κύκλους της δικής τους αυθεντίας θα τους βάλει στο ιδεολογικό περιθώριο του οποίου ήταν κυρίαρχοι» και σχολιάζει, μάλλον αυτάρεσκα: «κι έτσι έγινε...»
Περίεργη αυτή η σκληρή γλώσσα από τον κατά τα άλλα αβρό κυβερνητικό εκπρόσωπο; Καθόλου. Η Ν.Δ. έχει πάψει από καιρό να «χαρίζεται» στον ΣΥΝ. Η άνοδος της επιρροής του πρώτα και κύρια τη δική της αυτοδυναμία απειλεί, παρ' όλο που σταθερά προηγείται του ΠΑΣΟΚ σε κάθε καιρό και κάθε δημοσκόπηση. Τα ποσοστά της πλέον είναι πολύ χαμηλότερα από αυτά που θα της εξασφάλιζαν μια τρίτη, αυτάρεσκη, τετραετία.
«Δεν έχει ατζέντα»
Σε νέα φάση και νέα ποιότητα αντιπαράθεσης έχουν εισέλθει και οι σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ. Οι συνήθεις προσκλήσεις συνεργασίας, αν και ελάχιστα έχουν αποφέρει στον δεύτερο πυλώνα του δικομματισμού (συνήθως καταλήγουν σε προσχωρήσεις ορισμένων στελεχών του ΣΥΝ στο ΠΑΣΟΚ χωρίς άλλες σοβαρές εκλογικές συνέπειες), τώρα συνοδεύονται από σφοδρές επιθέσεις και αντεπιθέσεις, οι οποίες προϊδεάζουν για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.
«Ο ΣΥΝ δεν διαθέτει προοδευτική ατζέντα διακυβέρνησης, παρά μόνο ευκαιριακή ατζέντα διαμαρτυρίας», η οποία ως τέτοια «δεν απαντά στα προβλήματα του τόπου», τονίζει ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης στη συνομιλία που είχαμε μαζί του.
| «Η νέα πλειοψηφία είναι θέμα νέων συσχετισμών μέσα στην κοινωνία» λέει ο Αλέξης Τσίπρας, |
Γιατί όμως επιμένει ο ΣΥΝ να μην ανταποκρίνεται στο αίτημα του ΠΑΣΟΚ να ενταχθεί σε μια κοινή γραμμή αντιμετώπισης της Ν.Δ., με στόχο την απομάκρυνσή της από την εξουσία;
«Θεωρούμε ότι η διαμόρφωση μιας νέας πλειοψηφίας δεν είναι κατ' αρχήν ζήτημα συνεννόησης πολιτικών δυνάμεων σε επίπεδο κορυφής, αλλά ζήτημα διαμόρφωσης νέων συσχετισμών μέσα στην κοινωνία», απαντά ο Αλέξης Τσίπρας. Παραπέμπει στη γαλλική και ιταλική εμπειρία για να αποδείξει ότι «η συνεργασία από μόνη της δεν αρκεί για να ανοίξει εναλλακτικούς δρόμους, μερικές φορές μάλιστα οδηγεί και στην καταστροφή». Αυτό που χρειάζεται λοιπόν κατ' αρχάς είναι η «ισχυρή και αποτελεσματική πίεση από την πλευρά της κοινωνίας για προστασία και διεύρυνση του κοινωνικού κράτους, κατοχύρωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, προστασία του περιβάλλοντος. Αν υπάρξει μια τέτοια πίεση, ικανή να διαμορφώσει και προπαντός να στηρίξει ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο, τότε η νέα πλειοψηφία σίγουρα θα εκφραστεί και πολιτικά».
Δείχνει μάλιστα να μην αιφνιδιάζεται από τις, συχνά σφοδρές, αντιδράσεις των παραδοσιακών δυνάμεων εξουσίας. «Ηδη -λέει- έχουμε γίνει κόκκινο πανί. Γνωρίζουμε ότι κάθε μετάβαση είναι επώδυνη. Κυρίως όμως γνωρίζουμε ότι όποιος καταφέρει να εκφράσει τον υπαρκτό πόθο της κοινωνίας για μια μεγάλη ριζική αλλαγή, αυτός στο τέλος θα δικαιωθεί. Αντιθέτως, όσες δυνάμεις δεν εκπροσωπούν τίποτα παραπάνω από την εμμονή των ηγεσιών τους στη νομή της εξουσίας, αργά ή γρήγορα θα ξεπεραστούν από την Ιστορία».
«Αριστερό δήθεν»
Πρόκειται για μια θέση η οποία προκαλεί την έντονη αντίδραση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ. Ο Μ. Χρυσοχοΐδης, μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου και «σκιώδης υπουργός», διαπιστώνει στην ηγεσία του ΣΥΝ ένα «αριστερό δήθεν», το οποίο «προνομιακά και με ιδιαίτερη ένταση εκφράζει η ηγεσία του», αλλά «ελάχιστη σχέση έχει με τη ρεαλιστική προοδευτική ατζέντα διακυβέρνησης που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία». Και αναρωτιέται: «Τι σχέση μπορεί να έχουν οι προοδευτικά σκεπτόμενοι πολίτες με την κατάλυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και όλα τα φαινόμενα παρακμής και υποβάθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου που ανέχεται χωρίς να καταγγέλλει η ηγεσία του; Τι σχέση μπορεί να έχει ο προοδευτικός κόσμος με ένα κόμμα που όψιμα ανακάλυψε τον αντι-ευρωπαϊσμό φλερτάροντας ακόμη και με την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε.; Πώς να εμπιστευθεί η προοδευτική πλειοψηφία ένα κόμμα που δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες και συνεπώς δεν προχωρά στην κατάθεση σαφώς επεξεργασμένων θέσεων για την οικονομία, την αλλαγή αναπτυξιακού μοντέλου, την αναγκαία επανίδρυση της δημόσιας διοίκησης, την ουσιαστική αναδιανομή πόρων, δυνατοτήτων και ευκαιριών στην παραμελημένη σιωπηλή γενιά των νέων των 700 ευρώ;»
«Εχει δύο ψυχές»
Στο σημείο αυτό διακρίνει κανείς μερικές από τις πιο ουσιαστικές διαφορές και την κύρια αιτία της σύγκρουσης των δύο κομμάτων. Διότι, όπως λέει ο πρόεδρος του ΣΥΝ, το κόμμα του δεν αποκλείει συλλήβδην το ΠΑΣΟΚ, παρακολουθεί τις διεργασίες στο εσωτερικό του, είναι σε διαρκή επικοινωνία με τους ανθρώπους της βάσης του, αλλά και διαπιστώνει: «Το ΠΑΣΟΚ σήμερα έχει δύο ψυχές. Αυτήν που ακόμα εμπνέεται από τους λαϊκούς αγώνες και από το όραμα της κοινωνικής αλλαγής και αυτήν του εκσυγχρονισμού, δηλαδή της προσαρμογής του στα κυρίαρχα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα. Προσπαθούμε με πολύ κόπο να καταλάβουμε ποιος εαυτός του κερδίζει κάθε φορά».
Μια νέα πλειοψηφία όμως, κατά τον Αλέξη Τσίπρα, πρέπει να αντιμετωπίζει με ξεκάθαρο τρόπο τα μεγάλα προβλήματα: «Τον αποτελεσματικό δημόσιο έλεγχο σε στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις, την αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου, τη δημόσια δωρεάν παιδεία για όλους, τη στήριξη της κοινωνικής ασφάλισης, την υπεράσπιση του δικαιώματος σε μόνιμη, σταθερή και ανθρώπινη απασχόληση».
Θεωρεί μάλιστα ότι το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα της περιόδου Σημίτη, «έχει να επιδείξει τεράστιο έργο σε αυτούς τους τομείς, αλλά σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, γεγονός άλλωστε που έχει υπονομεύσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία του». Πρόκειται για θέματα γύρω από τα οποία «ακόμα και σήμερα μέσα στο ΠΑΣΟΚ δεν διεξάγεται μια σοβαρή συζήτηση».
Ωστόσο, όπως λέει, η κοινωνία λειτουργεί διαφορετικά. Αρχίζουν έντονες και σοβαρές διεργασίες που καταλήγουν πολλές φορές σε κινηματικές διεκδικήσεις, όπως στον χώρο των πανεπιστημίων ή στις τοπικές κοινωνίες που αγωνίζονται ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση. Αυτές είναι οι διεργασίες στις οποίες «προχωράμε μαζί με δυνάμεις από την βάση του ΠΑΣΟΚ», καθώς είναι οι κοινωνικές αντιστάσεις που διαμορφώνουν τη νέα πλειοψηφία, προκαλούν σοβαρές ανακατατάξεις και σχηματίζουν καινούργιους πολιτικούς πόλους.
| ενώ ο Θόδωρος Ρουσόπουλος εγκαλεί συνολικά την Αριστερά επειδή «είναι μακριά από ρεαλιστικές λύσεις που απαιτεί η σύγχρονη κοινωνία» |
Δεν είναι όμως μόνο η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ που βλέπει τον ΣΥΝ να κινείται πέραν των ορίων του ρεαλισμού. Μακριά από τις αναγκαίες απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα βλέπει ο Θόδωρος Ρουσόπουλος την Αριστερά «και στις δύο κοινοβουλευτικές της εκφράσεις», όπως λέει. Μάλιστα, «ακόμη κι αν κάποιος διαφωνήσει με αυτή την άποψη, σίγουρα δεν μπορεί να διαφωνήσει ότι είναι μακριά από ρεαλιστικές λύσεις που απαιτεί η σύγχρονη κοινωνία. Γι αυτό και αναλώνεται σε θεωρίες που είτε απέτυχαν όταν δοκιμάστηκαν είτε είναι τόσο ουτοπικές που δεν μπορούν να πείσουν παρά ελαχίστους».
Ο υπουργός Επικρατείας θεωρεί ότι οι παγκόσμιες εξελίξεις είναι τέτοιες «που αμφιβάλλω αν η Αριστερά μπορεί να τις παρακολουθήσει. Πολύ περισσότερο δε να κυβερνήσει ή να συγκυβερνήσει μέσα σ' αυτές παραμένοντας προσηλωμένη σε απόψεις που, σε περίπτωση που θα εφαρμόζονταν θα περιχαράκωναν τη χώρα, όπως άλλωστε συμβαίνει με την ίδια». Βλέπει τα αριστερά κόμματα στην Ελλάδα «να λένε ναι σε όλα τα αιτήματα απ' όπου κι αν προέρχονται, χαϊδεύοντας εύκολα αυτιά, και να λένε όχι σε όποια λύση προτείνει η κυβέρνηση». Θέλουν να γίνουν αρεστά σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες με ρητορικά σχήματα «που όμως, αν ποτέ έπρεπε να εφαρμοστούν στην πολιτική, θα την έφερναν σε πλήρες αδιέξοδο». Τέτοιο σαν αυτό που περιέγραψε στον στίχο του πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες ο Διονύσης Σαββόπουλος και το θυμίζει ο Θ. Ρουσόπουλος: «Ήμασταν πάντοτε μιας ήττας που νικάει την εξουσία και ξαφνικά μας παρεδόθη, αληθινά τι τραγωδία»...
Περί ρεαλισμού
Την έννοια του ρεαλισμού όμως τη δίνει διαφορετικά ο πρόεδρος του ΣΥΝ. «Υπάρχει γενικά η άποψη -λέει- ότι όποιος είναι υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων, της σύνταξης στα 70 και των απλήρωτων υπερωριών έχει ρεαλιστικές προτάσεις και όποιος είναι υπέρ της δημόσιας παιδείας του κοινωνικού χαρακτήρα της ΔΕΗ και της καλοκαιρινής κανονικής άδειας, διέπεται από στείρο καταγγελτισμό. Αυτό που μας ενδιαφέρει εμάς είναι να υπάρξει συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική, που θα απελευθερώνει την κοινωνία από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του "σπρώξτε τα πάντα στην ελεύθερη αγορά". Θέλει τη διεύρυνση των δημόσιων αγαθών, δημόσιο έλεγχο σε στρατηγικής σημασίας τομείς, κοινωνική πολιτική, στήριξη των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, μέτρα για την αντιμετώπιση της ανεργίας και της μαύρης εργασίας, μέτρα για την ενίσχυση της σταθερής και μόνιμης απασχόλησης, πολιτική έξω από τη λογική της αγοράς σε ζητήματα όπως η περιφερειακή ανάπτυξη και το περιβάλλον.
Εξάλλου, όπως λέει, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ δυσφημούν την έννοια του «δημοσίου», αφού πρώτα το λεηλάτησαν και το απαξίωσαν. Πιστεύει ότι στην πραγματικότητα αυτό που απέτυχε δεν ήταν το δημόσιο αλλά το κομματικό μάνατζμεντ, οπότε αξίζει τον κόπο να επινοήσουμε εκ νέου σήμερα την έννοια και το ρόλο του κράτους. «Στη θέση της ασυδοσίας της αγοράς δεν αντιπαραβάλλουμε ένα μοντέλο κρατικού καπιταλισμού αλλά ένα όραμα σοσιαλισμού που έχει στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Δεν θέλουμε το κράτος εργαλείο της εκάστοτε εξουσίας αλλά ασπίδα προστασίας της κοινωνίας και του δημόσιου συμφέροντος». Θέλει να έχει το Δημόσιο ισχυρό ρόλο, με ευθύνη, αποτελεσματικότητα και κοινωνικό έλεγχο, μακριά από την παραλυτική γραφειοκρατία, την αναξιοκρατία και τις πελατειακές σχέσεις των κομμάτων εξουσίας, «όπως άλλωστε συμβαίνει και αλλού στην Ευρώπη». Εξάλλου, τονίζει «δεν πρόκειται για τίποτα υπερεπαναστατικές προτάσεις. Προϋποθέτουν όμως ένα μεγάλο κοινωνικό ρεύμα που θα καταλαβαίνει και θα υπερασπίζεται τα δικαιώματά του».
«Στερούνται θέσεων»
Βεβαίως, δεν είναι μόνο το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ που διαπιστώνουν αμοιβαία την αδυναμία σύμπλευσής τους. Είναι και το κυβερνών κόμμα, το οποίο μάλλον σαρκάζει τις σχέσεις τους.
«Το πόσο ταιριάζουν το κρίνει κάθε νοήμων πολίτης από όσα διαδραματίζονται τελευταία και τις "φιλοφρονήσεις" που ανταλλάσσουν δημοσίως», διαπιστώνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Χαρακτηρίζει αφελές να μιλά κανείς για συγκλίσεις κομμάτων, όταν αυτές δεν στηρίζονται σ' ένα ιδεολογικό υπόβαθρο το οποίο μπορεί να καταλήξει σε ένα ρεαλιστικό προγραμματικό πλαίσιο και επισημαίνει: «Με δεδομένο ότι τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο ΣΥΝ, στερούνται μέχρι αυτή την ώρα συγκεκριμένων, ξεκάθαρων θέσεων και προτάσεων, είναι τουλάχιστον άκαιρη οποιαδήποτε συζήτηση. Στο μόνο που ταιριάζουν τελευταία, στο μόνο που συγκλίνουν ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ είναι στο ύφος, τη μεθοδολογία τους και τη διατύπωση μηδενιστικών απόψεων. Ακριβώς για να συγκαλύψουν την πολιτική αδυναμία, την ένδεια θέσεων και προτάσεων καταφεύγουν, ανταγωνιζόμενοι μάλιστα για το ποιος θα σημειώσει υψηλότερες επιδόσεις, στην οξύτητα, την πόλωση, το λαϊκισμό. Σε ακρότητες οι οποίες πέραν του ότι δεν τους ωφελούν, βλάπτουν τελικά τον τόπο».
Επειδή πέραν των άλλων υπάρχει στην Ελλάδα και η πικρή ανάμνηση του βαθέος πολιτικού διχασμού από την αντιπαράθεση της Αριστεράς με τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, ήταν αναπόφευκτο το ερώτημα στον υπουργό, αν και σήμερα διαμορφώνεται τέτοιος κίνδυνος. «Οχι βέβαια», ήταν η κατηγορηματική απάντηση, καθώς «είναι πια στο πολιτικό μας DNA χαραγμένες οι δημοκρατικές αντιλήψεις και ο σεβασμός των απόψεων των άλλων. Πάντως σίγουρα έτσι φέρεται η Ν.Δ. που εκπροσωπώ».
«Δεν είναι αριστερό»
Αντιθέτως, παρατηρεί διχασμό στην ίδια την Αριστερά. Εναν διχασμό που ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια, το 1968, και είχε σαν αποτέλεσμα να διασπαστεί και να δημιουργηθούν πολλά κόμματα. «Κατά τα λοιπά -συμπληρώνει- θα μιλούσα και για διχασμό μεταξύ της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ, αλλά το τελευταίο δεν είναι αριστερό κόμμα. Είναι ένα μικροαστικό κόμμα το οποίο επιχειρεί με δήθεν αριστερή φρασεολογία να προσελκύσει ψηφοφόρους. Κατά συνέπεια, συμπεραίνεται ότι το ΠΑΣΟΚ είναι στο όνομα και στα λόγια σοσιαλιστικό όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση, κάτι άλλο, κάτι νεφελώδες όταν κυβερνά, παρ' ότι το ίδιο αυτάρεσκα θέλει να συγκαταλέγεται στα λεγόμενα αριστερά κόμματα».
Συμπερασματικά, υποστηρίζει ότι η άνοδος της Αριστεράς, αν αυτό αποτελέσει επιλογή του πολίτη και στην κάλπη, «δεν θα διχάσει την πολιτική ζωή. Θα καθυστερήσει απλώς την εξέλιξη της χώρας σε μια ανταγωνιστική πορεία που οφείλει να ακολουθεί τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Και μόνο το παράδειγμα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης αρκεί να δώσει απάντηση στο ερώτημά σας».
| και ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ειδικά τον ΣΥΝ διότι «διαθέτει μόνο ευκαιριακή ατζέντα διαμαρτυρίας και όχι προοδευτική ατζέντα διακυβέρνησης» |
Μήπως, δεδομένων αυτών των απόψεων, είναι εφικτή η συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων; Το ενδεχόμενο αυτό το αποκλείει ο Μ. Χρυσοχοΐδης και παραθέτει κάποιες προϋποθέσεις που δεν υπάρχουν σήμερα. «Θα ήταν πολύ εύκολο -λέει- να αναπτύξω τις αρετές των μεγάλων συνασπισμών συνεργασίας και τα καλά που αυτοί συνεπάγονται. Ομως η πολιτική, και ιδιαίτερα η εφαρμοσμένη πολιτική, οφείλει κάθε φορά να είναι μια άσκηση ρεαλισμού. Θεωρώ λοιπόν πως προκειμένου να ανθήσουν οι συνεργασίες μεταξύ κομμάτων πρέπει να απηχούν ένα υπαρκτό κοινωνικό αίτημα. Για να καρποφορήσουν όμως πρέπει να υποστηρίζονται από αντίστοιχες πολιτικές παραδόσεις, θεσμούς διαβούλευσης αλλά και ηγετικές ομάδες που να τις επιδιώκουν με τρόπο συστηματικό, ειλικρινή και υπεύθυνο. Στην περίπτωση της χώρας μας, διαθέτουμε το πρώτο, αλλά δυστυχώς υστερούμε κατά πολύ στο δεύτερο. Δηλαδή ναι μεν αρχίζει να ωριμάζει στην ελληνική κοινωνία η ιδέα των συνεργασιών, όμως το πολιτικό μας σύστημα είναι ακόμη αρκετά ανώριμο για να "σηκώσει" μια τόσο σημαντική πολιτική μετάλλαξη.
Είδαμε εξάλλου τα σοβαρότατα αντικίνητρα που μόλις πριν από λίγους μήνες θέσπισε η κατά τα άλλα σύγχρονη και "κεντρώα" Ν.Δ. μέσα από τον νέο εκλογικό της νόμο, προκειμένου να αποτρέψει κάθε ρεαλιστική προοπτική κομματικών συνεργασιών».*
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/06/2008
---> Ενδιαφερον αρθρο,σε πολλα συμφωνω και σε αρκετα οχι και τοσο. Ειναι ομως ενα μικρο δειγμα για το πως βλεπει καθε χωρος τη διαμορφωση του νεου σκηνικου στην πολιτικη ζωη,τι επιθυμει,που στοχευει κλπ! Ειναι μια "ερευνα" που παντως σε βαζει να σκεφτεις λιγο... Αυτο δηλαδη που κυριως ζητας απο εφημεριδες και γενικα ΜΜΕ να κανουν,χωρις να σου δινουν ετοιμη την απαντηση(τους)!
No comments:
Post a Comment